τρίποδας

τρίποδας
ο, Ν
1. τρίποδο, υποστήριγμα με τρία πόδια
2. (ειδικά) α) ο οκρίβαντας, το καβαλέτο
β) ο τρίπους τών αρχαίων μαντείων και ιερών.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • τρίποδας — ο αντικείμενο, σκεύος που στηρίζεται σε τρία πόδια (πυροστιά κτλ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τρίποδας — τρίπους three footed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Δελφών — Το Μουσείο των Δελφών, που στεγάζει μία από τις πλουσιότερες συλλογές έργων της αρχαίας ελληνικής τέχνης, χτίστηκε την πρώτη δεκαετία του 20ού αι., από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, με χρήματα του ελληνικού δημοσίου και την αρωγή του εθνικού… …   Dictionary of Greek

  • κόροιβος — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Ήρωας του Άργους. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, όταν η Ψαμάθη, κόρη του βασιλιά του Άργους, Κρότωπου, έμεινε έγκυος από τον Απόλλωνα, φοβήθηκε την αντίδραση του πατέρα της και πέταξε το νεογέννητο στα σκυλιά …   Dictionary of Greek

  • DELPHICAE Mensae et Delphicae simpliciter — Lat. Graec. Δελφίδες τράπεζαι: quod imitarentur figuram τῆς δελφίδος seu τῆς δελφικῆς, seu, ut recentiores Graeci dixêrunt, τȏυ δέλφικος τȏυ Α᾿πόλλωνος, tripodis Apollonis, qui Delphis erat, sic dictae sunt. Itaque rotundae facturâ erant,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • TALENTUM — Graece τάλαντον, instrumentum proprie, quô ponderabatur, unde illud Homeric. Il. β. v. 636. Διΐ ἀτάλαντος, Iovi aequiparandus: Per tralationem, ipsum pondus. Vox Graecis olim in frequenti usu, qui summas rei pecuniariae Minis et Talentis… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • VOTIVAE Tabulae — suspendebantur olim non columnis modo et parietibus, sed et tholis ipsis seu fastigiis aedium sacrarum. Luctat. Placidus ad l. 2. Theb. v. 934. Tholus est in media templi camera locus, in quo voventium primitiae aut exuviae figebantur. Dictae… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Δελφοί — Ορεινή κωμόπολη (υψόμ. 580 μ., 2.373 κάτ.) στην πρώην επαρχία Παρνασσίδος του νομού Φωκίδος. Βρίσκεται στις νότιες πλαγιές του Παρνασσού, 21 χλμ. ΝΑ της Άμφισσας. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου. Ο σημερινός οικισμός διαδέχτηκε τον παλαιότερο… …   Dictionary of Greek

  • δίεδρος — η, ο (AM δίεδρος, ον) το ουδ. ως ουσ. το δίεδρο(ν) κάθισμα για δύο ανθρώπους νεοελλ. αυτός που έχει δύο έδρες, δύο ημιεπίπεδα, από την ίδια ευθεία αρχ. 1. (για πουλιά σε οιωνοσκοπία) αυτός που κάθεται ξεχωριστά, ο δυσμενής 2. το ουδ. ως ουσ. το… …   Dictionary of Greek

  • διθύραμβος — Αρχαίο ελληνικό χορικό άσμα με αφηγηματικό περιεχόμενο, αφιερωμένο κατά κανόνα στον Διόνυσο. Δυστυχώς, o ορισμός για τον δ. είναι γενικός, επειδή το υλικό που προσφέρεται σε κείμενα και πληροφορίες είναι πολύ αποσπασματικό. Σε κάθε περίπτωση,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”